λέπρα


λέπρα
[лэгтра] ουσ. θ. проказа,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λέπρα" в других словарях:

  • λέπρα — λέπρᾱ , λέπρα leprosy fem nom/voc/acc dual λέπρᾱ , λέπρα leprosy fem nom/voc sg (attic doric ionic aeolic) λέπρᾱ , λεπράω have pres imperat act 2nd sg λέπρᾱ , λεπράω have imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λέπρᾳ — λέπραι , λέπρα leprosy fem nom/voc pl λέπρᾱͅ , λέπρα leprosy fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεπρά — λεπράς rough fem voc sg λεπρός scaly neut nom/voc/acc pl λεπρά̱ , λεπρός scaly fem nom/voc/acc dual λεπρά̱ , λεπρός scaly fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λέπρα — η (AM λέπρα) [λεπρός] χρόνια λοιμώδης νόσος η οποία οφείλεται στο οξεάντοχο βακτηρίδιο τού Χάνσεν νεοελλ. μτφ. κάθε ελάττωμα ή κακό που διαδίδεται γρήγορα και θεωρείται ανεπανόρθωτο …   Dictionary of Greek

  • λέπρα — η χρόνια μολυσματική ασθένεια του δέρματος και των νεύρων: Σε παλιότερες εποχές πολλοί προσβάλλονταν από λέπρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λεπρᾷ — λεπράω have pres subj mp 2nd sg λεπράω have pres ind mp 2nd sg (epic) λεπράω have pres subj act 3rd sg λεπράω have pres ind act 3rd sg (epic) λεπρός scaly fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λέπρα ή νόσος του Χάνσεν — Λοιμώδες μεταδοτικό νόσημα το οποίο οφείλεται σε ένα μικρόβιο που ταυτοποίησε ο Νορβηγός γιατρός Γκέρχαρντ Χένρικ Αρμάουερ Χάνσεν (1841 1912) το 1874, το μυκοβακτηρίδιο της λ. (Mycobacterium leprae). Αυτό είναι παρόμοιο με το μυκοβακτηρίδιο της… …   Dictionary of Greek

  • λέπραν — λέπρᾱν , λέπρα leprosy fem acc sg (attic doric ionic aeolic) λέπρᾱν , λεπράω have imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) λέπρᾱν , λεπράω have imperf ind act 1st sg (doric aeolic) λέπρᾱν , λεπράω have imperf ind act 3rd pl (attic epic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λέπρας — λέπρᾱς , λέπρα leprosy fem acc pl λέπρᾱς , λέπρα leprosy fem gen sg (attic doric ionic aeolic) λέπρᾱς , λεπράω have pres ind act 2nd sg (attic) λέπρᾱς , λεπράω have imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λέπραι — λέπρα leprosy fem nom/voc pl λέπρᾱͅ , λέπρα leprosy fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)